Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα # Θρησκευτικά Μνημεία #. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα # Θρησκευτικά Μνημεία #. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2016

Αγίασμα Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου Νέας Ευκαρπίας


Στα βόρεια της Ευκαρπίας, σε μία μαγευτική τοποθεσία υπάρχει το αγίασμα του Αι – Γιάννη.

Είναι μια περιοχή με πολλά πλατάνια και ρύακες νερού που στα παλαιότερα χρόνια είχαν τόση ροή που κινούσε τρεις νερόμυλους και δημιουργούσε φυσικές δεξαμενές στις οποίες κατέφευγαν κατά την καλοκαιρινή περίοδο οι νέοι για δροσιστική αναψυχή. Ένας τόπος που συνδυάζει ομορφιά και ησυχία.

Είναι άγνωστο από πότε υπάρχει εκεί η πηγή του αγιάσματος. Η πρώτη γραπτή μαρτυρία της ύπαρξής του ανάγεται στο 1920. Όταν οι πρόσφυγες ήρθαν και κατοίκησαν τη Νέα Ευκαρπία συχνά πήγαιναν στο χώρο του αγιάσματος για να κάνουν τις προσευχές και τα τάματά τους. Θυμούνται οι πρώτοι οικιστές του χωριού πως πάνω από το αγίασμα έπεφταν, σαν καταρράκτης, κλαδιά βάτων. Πάνω σε αυτά οι Ευκαρπιώτες δένανε κομμάτια από τα ρούχα τους, παρακαλώντας τον Άγιο Πρόδρομο να είναι πρεσβευτής των αιτημάτων τους.



Το 1952 στρατοπέδευσε στην περιοχή αυτή ένας λόχος τάγματος του Ελληνικού Στρατού. Τη βραδιά εκείνη, σύμφωνα με την παράδοση, παρουσιάστηκε σε έναν στρατιώτη σε όραμα, ο Τίμιος Πρόδρομος, ο οποίος του είπε να χτίσει ένα προσκυνητάρι πάνω από το αγίασμα. Ο στρατιώτης αναφέρθηκε στο διοικητή του και χτίστηκε ένα ναόσχημο προσκυνητάρι με την εικόνα του Αγίου.

Για πολλά χρόνια, το αγίασμα το φρόντιζε ο . Θ. Α., ο οποίος το 1968, κατά την ώρα της Θείας Λειτουργίας, σκεφτόταν ότι κάποτε θα έπρεπε να χτιστεί ένας μικρός ναός για να μην τελείται η Θεία Λειτουργία υπαίθρια. Τότε παρουσιάστηκε μια γερόντισσα που του αποκάλυψε το λογισμό του και του είπε πως ο Αι – Γιάννης θα φροντίσει να βρεθούν τα χρήματα. Πραγματικά, την ίδια ημέρα ένας άγνωστος παρέδωσε στον π. Αντώνιο Ξενοφωντίδη 20.000 δραχμές για το σκοπό αυτό. Ο άνθρωπος αυτός ποτέ δεν ξαναπαρουσιάστηκε. Με τη βοήθεια και ενός ακόμη δωρητή τη χρονιά εκείνη χτίστηκε ο μικρός ναός.

Το 1993 τα νερά στην περιοχή είχαν λιγοστέψει. Σαν να μην έφτανε αυτό, κάτοικος που το κτήμα του γειτνίαζε με το αγίασμα έκανε γεώτρηση, με αποτέλεσμα να διακόψει προσωρινά τη φυσική ροή του αγιάσματος, πράγμα που προξένησε μεγάλη λύπη στους προσκυνητές.



Υπάρχει σαφής μαρτυρία των κατοίκων για τον τόπο αυτό που επέλεξε και αγάπησε ο Τίμιος Πρόδρομος. Διηγούνται ένα περιστατικό χαρακτηριστικό. Ο κ. Τ.Δ. κάποια μέρα παρουσιάστηκε στον υπεύθυνο διακονητή του αγιάσματος Θ.Α. και του είπε: «Είμαι ο Τ.Δ. και σε λίγους μήνες θα κάνω την βάφτιση του παιδιού μου εδώ στο αγίασμα». Η σύζυγός του ήταν δύο μηνών έγκυος. Το ζευγάρι για εννέα χρόνια έφερε την πικρία της ατεκνίας, όταν παρουσιάστηκε σε ενύπνιο ο Τίμιος Πρόδρομος, δίνοντάς τους εντολή το μεν παιδί να το ονομάσουν Ιωάννη, τη δε βάφτιση να την κάνουν στο αγίασμα, του οποίου την ύπαρξη δεν γνώριζαν.

Αλλά και πολλές άλλες σχετικές μαρτυρίες θυμούνται ιερείς και κάτοικοι. Τις εργασίες περίφραξης και συντήρησης συνέχισε ο π. Γεώργιος Πολύζος. Το 2001, επί εφημερίας του π. Ιωάννη Δημητριάδη το αγίασμα αναμορφώθηκε και το παρεκκλήσι επενδύθηκε με πέτρα.

Πληροφορίες από το βιβλίο «Αμπέλων Εύκαρπος» του Πρωτοπρεσβύτερου Νικηφόρου Καλαιτζίδη, έκδοση Ι.Ν. Αγίου Γεωργίου 2003

Πηγή: http://www.pmnews.gr


Παρασκευή 16 Σεπτεμβρίου 2016

Παρεκκλήσι Αγίας Παρασκευής Παλιοκάστρου του Δήμου Ωραιοκάστρου


Το εξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής βρίσκεται χτισμένο μέσα σε μια χαράδρα ρέμα στην βάση του βουνού. Ο εξωτερικός χώρος έχει πλακοστρωθεί με πέτρα, έχει διαμορφωθεί ομοιόμορφα σε συνεργασία με πλατάνια πολλών ετών, δίνει ένα πανέμορφο φυσικό αποτέλεσμα, και προσφέρει δροσιά και ηρεμία στους πιστούς.



Αρχικά η Εικόνα ήταν τοποθετημένη μέσα σε μια μεγάλη κόκκινη πέτρα.
Το ρέμα παλιότερα είχε πολύ νερό σε σημείο να πλημμυρίζει το ξύλινο γεφυράκι που ένωνε το Ωραιόκαστρο με το Παλιόκαστρο.Σε μια μεγάλη πλημμύρα παρασύρθηκε η πέτρα και το εικόνισμα
Έτσι αποφασίστηκε να χτιστεί το εκκλησάκι.



Γάμοι και βαφτίσια τελούνται την θερινή περίοδο διαρκώς στον προαύλιο χώρο και είναι επιλογή πολλών για αυτούς που αναζητούν ένα όμορφο ξωκλήσι.Επώνυμοι και Ανώνυμοι προτιμούν να τελέσουν τα μυστήρια του γάμου και της βάφτισης στην Αγία Παρασκευή Παλιοκάστρου, και σήμερα για να κλείσεις ημερομηνία θα πρέπει να προνοήσεις πολύ νωρίς

.Στις 26 Ιουλίου γίνεται η Πανήγυρης η οποία συγκεντρώνει και αρκετούς επισκέπτες.

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2015

Ιερός Ναός Αγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης

Ο ναός του Αγίου Δημητρίου είναι ναός στη Θεσσαλονίκη αφιερωμένος στον Άγιο Δημήτριο, τον πολιούχο της πόλης. Βρίσκεται στην ομώνυμη οδό και είναι πεντάκλιτη βασιλική του «ελληνιστικού τύπου», αλλά με πολλά ιδιαίτερα και σπάνια χαρακτηριστικά σε σχέση με άλλους ναούς της ίδιας περιόδου στην Ελλάδα, με εγκάρσιο κλίτος και με πλούσιο ζωγραφικό και μαρμάρινο διάκοσμο με περίτεχνα κιονόκρανα. Στο υπόγειο του ναού βρίσκεται ο χώρος μαρτυρίου του Αγίου. Από τα ψηφιδωτά του, ξεχωρίζει αυτό που απεικονίζει τον ίδιο τον άγιο με δύο μικρά παιδιά και ένα άλλο, που απεικονίζει τον άγιο ανάμεσα στον επίσκοπο και στον έπαρχο, οι οποίοι ανακαίνισαν το ναό τον 7ο αι.

Χρονολόγηση
Μετά το 313 μ.Χ. ιδρύεται το πρώτο προσευχητάριο στον τόπο μαρτυρίου του Αγίου, τον 5ο αι. μία τρίκλητη βασιλική που καίγεται τον 7ο αιώνα και στη θέση της χτίζεται πεντάκλιτη βασιλική. Αυτή καίγεται σχεδόν ολοκληρωτικά το 1917 και αναστηλώνεται μέχρι το 1948.
Ιστορία του ναού
Ο πρώτος ναός ήταν ένα μικρό προσευχητάριο που ιδρύθηκε μετά το 313 μ.Χ. (Διάταγμα των Μεδιολάνων περί ανεξιθρησκίας) στον τόπο μαρτυρίου του Αγίου Δημητρίου.

Το 412-413 μ.Χ., ο έπαρχος Ιλλυρικού Λεόντιος ίδρυσε στον ίδιο χώρο μια μεγάλη τρίκλητη βασιλική, κάτω από το ιερό βήμα της οποίας διατήρησε τμήμα των θερμών όπου μαρτύρησε ο Άγιος Δημήτριος. Αυτή κάηκε το 629-634. Μετά την πυρκαγιά ο επίσκοπος Ιωάννης, με οικονομική ενίσχυση των πολιτών έχτισε μια μεγαλύτερη πεντάκλιτη βασιλική[1] που αποτελούσε κατά τη βυζαντινή εποχή το κέντρο λατρείας του Αγίου.

Το 904 ο ναός λεηλατήθηκε από τους Σαρακηνούς. Το 1185, κατά την άλωση της πόλης από τους Νορμανδούς, αφαίρεσαν το σκήνωμα του Αγίου Δημητρίου που φυλασσόταν σε κιβώριο στο κέντρο του ναού. Βρέθηκε στο μοναστήρι του San Lorenzo in Campo της Βόρειας Ιταλίας. Η κάρα και μέρος των λειψάνων του Αγίου επιστράφηκαν το 1978 και τοποθετήθηκαν στο δυτικό κλίτος σε αργυρή λειψανοθήκη κάτω από το ομοίωμα του παλιού κιβωρίου, έργο του γλυπτικού οίκου Φιλιππότη από την Τήνο.

Το 13ο αιώνα ο ναός επισκευάστηκε και ανακαινίστηκε. Την εποχή εκείνη χτίστηκε και το παρεκκλήσι του Αγίου Ευθυμίου στην νοτιοανατολική πλευρά του ναού του Αγίου Δημητρίου

Το 1492-93 ο ναός μετατράπηκε σε τζαμί με το όνομα Κασιμιέ Τζαμί. Τότε η λατρεία του Αγίου άλλαξε τόπο. Ένας παραθαλάσσιος ναός, μία ξυλόγλυπτη τρίκλιτη βασιλική που χτίστηκε στα τέλη του 13ου-αρχές 14ου αι. στην θέση της σημερινής Μητρόπολης, τιμήθηκε στο όνομα του Αγίου Δημητρίου. Μεταφέρθηκαν εκεί η περίφημη εικόνα του Αγίου (είχε ζωγραφιστεί όσο ζούσε) και πολλά κειμήλια. Ο ναός εκείνος κάηκε το 1890.

Επί Βαλή Δεούφ Πασά έγιναν επισκευές στο ναό του Αγίου Δημητρίου και τότε αποκαλύφθηκαν τα μωσαϊκά του. Αποδόθηκε ξανά στη χριστιανική λατρεία το 1912.

Στη μεγάλη πυρκαγιά, η οποία κατέστρεψε τα 2/3 της πόλης τον Αύγουστο του 1917, κάηκε σχεδόν ολοκληρωτικά και αναστηλώθηκε το 1948 διατηρώντας αρκετά από τα αρχιτεκτονικά του στοιχεία. Χάρη στον αρχιτέκτονα Αριστοτέλη Ζάχο, που είχε κρατήσει σημειώσεις, σχέδια και φωτογραφίες, με τη συνεργασία των Γ. Σωτηρίου, E. Hebrard, Α. Ορλάνδου, Α. Ξυγγόπουλου, Σ. Πελεκανίδη, κ.ά., ο ναός αναστηλώθηκε «εκ βάθρων» για να δοθεί και πάλι στη λατρεία των πιστών στις 26 Οκτωβρίου του 1949, την ημέρα της γιορτής του άγιου.

Λίγο αργότερα, το 1978, τα λείψανα του Αγίου επέστρεψαν από το αββαείο του Αγίου Λαυρεντίου στο Κάμπο της Ιταλίας και τοποθετήθηκαν σε μια αργυρή λάρνακα όπου φυλάσσονται ως σήμερα.

Το 1988 ο ναός ανακηρύχθηκε Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς από την UNESCO.

Από το 1988 η κρύπτη του ναού λειτουργεί ως εκθεσιακός χώρος (μουσειακή έκθεση), όπου εκτίθενται συλλογή γλυπτών, κιονόκρανων, θωρακίων και αγγείων από τις διάφορες φάσεις της ιστορίας του ναού του Αγίου Δημητρίου.
 

Περιγραφή-Χαρακτηριστικά
Ο ναός είναι ένα ξυλόστεγο κτίσμα, χωρίς θόλο, με διαστάσεις κάτοψης 43,58 μ. μήκος και 33 μ. πλάτος.

Δε γνωρίζουμε αν είχε αίθριο. Η είσοδος στο νάρθηκα γίνεται από δύο θύρες στο δυτικό τοίχο του ναού, που αντιστοιχούν στα εσωτερικά πλάγια (βόρειο και νότιο κλίτος), ενώ θύρες εισόδου υπάρχουν και στο βόρειο και νότιο τοίχο της βασιλικής. Από το στενό νάρθηκα που είναι μικρότερος από το ναό (το νότιο κλίτος χρησιμεύει σαν κλιμακοστάσιο), περνώντας από το τρίβηλο μπαίνουμε στον κυρίως ναό. Το τρίβηλο είναι ένα άνοιγμα στο κέντρο του νάρθηκα και σχηματίζεται από δύο κίονες από πράσινο θεσσαλικό μάρμαρο.

Εσωτερικά χωρίζεται με τέσσερις σειρές μαρμάρινων κιονοστοιχιών σε πέντε κλίτη, ενώ ένα έκτο κλίτος διαμορφώνεται κάθετα στα προηγούμενα, όπου βρίσκονται η Αγία Τράπεζα και το Ιερό. Το μεσαίο κλίτος, πιο πλατύ από τα άλλα τέσσερα, υπερυψώνεται και κυριαρχεί σαν όγκος, ενώ τα πλάγια στεγάζονται κλιμακωτά με στέγες δίνοντας τη δυνατότητα να δημιουργηθούν πολύκλητα παράθυρα στους πλάγιους τοίχους (μονόβολα, δίβολα και πολύβολα). Στο μεγαλύτερο μέρος του ναού, ιδιαίτερα στα κατώτατα τμήματα, διατηρείται η παλιά τοιχοποιία διαμορφωμένη από ανισόδομη αργολιθοδομή και πλινθοδομές που ακολουθούν τα τόξα των ανοιγμάτων, παραθύρων ή θυρών.

Τάφος του Λουκά Σπαντούνη
Στη βορειοδυτική γωνία του κεντρικού κλίτους και ανάμεσα στον πεσσό και τον πρώτο κίονα της κιονοστοιχίας σώζεται μνημειακός τάφος, κατασκευασμένος πιθανότατα στην Ιταλία. Είναι ο τάφος του Λουκά Σπαντούνη, άρχοντα της Θεσσαλονίκης, που τάφηκε στην εκκλησία στα 1481.


Γλυπτικός διάκοσμος
Ο μαρμάρινος διάκοσμος του ναού αποτελείται από την ορθομαρμάρωση, τα θωράκια, τους κίονες, τα κιονόκρανα, το κιβώριο, το τέμπλο, τους αμφικίονες των παραθύρων και τους κοσμήτες.

Ορθομαρμάρωση
Στο ναό υπάρχει μόνο στο κεντρικό κλήτος και στο νάρθηκα (είναι του 5ου αι.). Αποτελείται από τέσσερις πλάκες σκυριανού μαρμάρου, που βρίσκονται στον ανατολικό τοίχο, νότια από το τρίβηλο, τοποθετημένες με τέτοιον τρόπο, ώστε οι φλεβώσεις τους να σχηματίζουν άνθρωπο σε δέηση.

Κίονες
Οι κίονες επιστέφονται με θεοδοσιανά κιονόκρανα (προέρχονται από παλαιότερα ρωμαϊκά κτίσματα ή από τη βασιλική του 5ου αιώνα). Αποτελούνται από δύο σειρές άκανθας κι έχουν έλικες στις τέσσερις γωνίες.

Δίζωνα κιονόκρανα: Η κάτω σειρά άκανθας έχει διατηρηθεί σε αυτό τον τύπο, ενώ η επάνω έχει αντικατασταθεί η κάτω σειρά με τέσσερις αετούς στις γωνίες ή τέσσερις κριούς.

Με ανεμιζόμενα φύλλα: Αποτελούνται από δύο σειρές άκανθας που γέρνουν προς τα πλάγια, σε αντίθετη κατεύθυνση η κάθε σειρά.

Πτυχωτά: Εδώ τα φύλλα της άκανθας απλώνονται σαν δαντέλα, με πτυχωτό τρόπο.

Ανάμεσα στα κιονόκρανα και τα τοξοτά επιστύλια παρεμβάλονται τα επιθήματα, απλά και ακόσμητα. Η μόνη διακόσμηση είναι ένας ρόδακας, στη στενή προς το κεντρικό κλίτος επιφάνεια, και ένας σταυρός στην προς τα πλάγια κλίτη όψη τους.

Επίκρανα
Στις παραστάδες του τριβήλου και στην παραστάδα της κιονοστοιχίας του κεντρικού κλίτους διατηρήθηκαν επίκρανα του 5ου αιώνα. Τα επίκρανα του τριβήλου διακοσμούνται με φύλλα προιονωτής άκανθας και προτομές ζώων. Στην παραστάδα της νότιας κιονοστοιχίας εικονίζονται φύλλα προιονωτής άκανθας, κλιματίδες, πουλιά (βόρεια όψη), παγόνια, κάνθαροι (ανατολική όψη), κλιματίδες και άκανθες (νότια όψη).

Κοσμήτες
Ο κύριος κοσμήτης του μνημείου είναι λοξότμητος και περιτρέχει το κεντρικό κλίτος στο ύψος του δαπέδου του υπερώου. Δύο άλλα είδη κοσμητών υπάρχουν στην κόγχη του ιερού βήματος, ένα στη γέννηση του τεταρτοσφαιρίου της κόγχης κι ένα άλλο κάτω από το πεντάλοβο παράθυρο.

Ιερό βήμα
Φωτίζεται από ένα μεγάλο πεντάλοβο παράθυρο και χωρίζεται από το ναό με ψηλό τέμπλο. Στο κέντρο βρίσκεται η Αγία Τράπεζα κάτω από την οποία υπάρχει σταυρικό σκάμμα (εγκαίνιο) με μια μαρμάρινη θήκη σε μορφή σαρκοφάγου. Μέσα σε αυτήν βρέθηκε γυάλινο φιαλίδιο με στερεοποιημένο αίμα. Το εγκαίνιο περιέχει λείψανα Αγίων και είναι απαραίτητο για τον καθαγιασμό του ναού. Στην κόγχη υπάρχει σύνθρονο, στην κορυφή του οποίου βρίσκεται ο θρόνος του επισκόπου.

Τέμπλο
Δε γνωρίζουμε τη μορφή που είχε το αρχικό τέμπλο. Το σημερινό μαρμάρινο μιμείται παλαιοχριστιανικό τέμπλο που αναγράφει θέματα από γλυπτά που βρέθηκαν στις ανασκαφές.

Ψηφιδωτά
Από την πυρκαγιά του 1917 σώθηκαν μόνο έντεκα ψηφιδωτά, από τον 5ο ως τον 9ο αιώνα. Βρίσκονται στην ανατολική όψη του τοίχου που χωρίζει το νάρθηκα από τον κυρίως ναό και στους δύο μεγάλους πεσσούς του ιερού βήματος.

Στο επάνω μέρος του δυτικού τοίχου του νότιου εσωτερικού κλίτους, εικονίζεται σε βάθρο ο Άγιος Δημήτριος, όρθιος σε στάση δέησης. Από δεξιά μια γυναίκα φέρνει το παιδί της στον Άγιο, ενώ αριστερά διασώζονται τα πόδια ενός δεύτερου παιδιού. Η σκηνή παριστάνει αφιέρωση παιδιών στον Άγιο και είναι ψηφιδωτό του 5ου αιώνα.

Στην αντίθετη θέση, στο βόρειο εσωτερικό κλίτος, υπάρχει ψηφιδωτό που εικονίζει έναν άγγελο με σάλπιγγες να σκύβει προς τον Άγιο. Η παράσταση αυτή του 5ου αιώνα δε διαζώζεται ακέραια. Δίπλα στον άγγελο διασώζονται τα φτερά ενός δεύτερου αγγέλου.

Δίπλα στον τάφο του Λουκά Σπαντούνη, στο δυτικό τοίχο του εσωτερικού κλίτους, υπάρχει ψηφιδωτό του 7ου αιώνα με τον Άγιο Δημήτριο ανάμεσα σε τέσσερις κληρικούς μπροστά στις επάλξεις των τειχών της πόλης.

Στο νοτιοανατολικό πεσσό: Στη βόρεια πλευρά του εικονίζεται ο Άγιος ανάμεσα σε έναν επίσκοπο κι έναν έπαρχο, μπροστά στα τείχη της πόλης. Πρόκειται για την τρίτη πολιορκία από τους Σλάβους στις αρχές του 7ου αιώνα. Το ψηφιδωτό στην ανατολική πλευρά του παριστάνει τον Άγιο κι ένα διάκονο τον οποίο ο Άγιος περιβάλλει με τα δυο του χέρια. Ο ιερωμένος που εικονίζεται είναι ο διάκονος που φρόντισε για την ανοικοδόμηση του ναού μετά την καταστροφή του το 629-634. Στη δυτική πλευρά του εικονίζεται μπροστά από τοίχο ο Άγιος Σέργιος σε στάση δέησης.



Στο βορειοανατολικό πεσσό: Στη δυτική πλευρά του υπάρχει ψηφιδωτό του Αγίου με δύο παιδιά που έχουν τα χέρια τους σε στάση προσφοράς. Στην ανατολική του πλευρά εικονίζεται ο Άγιος δεόμενος. Το κεντρικό τμήμα της παράστασης είναι κατεστραμμένο. Στη νότια πλευρά του εικονίζεται η Παναγία σε στάση δέησης με στρατιωτικό Άγιο (Άγιος Θεόδωρος). Στο επάνω τμήμα υπάρχει προτομή του Χριστού που ευλογεί (9ος αιώνας).

Εντοίχια ψηφιδωτά του ναού που κάηκε το 1917, βρίσκονται στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού. Σε ψηφιδωτό της βόρειας κιονοστοιχίας ο Άγιος εικονίζεται σε στάση δέησης, ενώ αριστερά και δεξιά διασώθηκαν δύο μορφές που δέονται μαζί του. Επίσης βρέθηκε στα ερείπια της εκκλησίας ψηφιδωτό με παγόνι. Χρονολογούνται και τα δύο στον 5ο και 6ο αιώνα. Στο μουσείο βρίσκεται ακόμη τμήμα από τη διακόσμηση των εσωτερικών τοίχων με μαρμάρινες πλάκες του 7ου αιώνα (μία σύνθεση με πολύχρωμα μάρμαρα που δημιουργούσαν γεωμετρικά και φυτικά σχέδια.


Τοιχογραφίες
Η σημαντικότερη και παλαιότερη φωτογραφία του Αγίου βρίσκεται στο νότιο τοίχο του ναού και είναι κατεστραμμένη από μεγάλο τοξοτό άνοιγμα. Στο αριστερό της τμήμα εικονίζεται ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός έφιππος με στρατιωτική ακολουθία (685-695 και 705-711). Η τοιχογραφία αυτή ιστορικού περιεχομένου είναι του 8ου αιώνα.

Στον πρώτο από τα δυτικά πεσσό της νότιας κιονοστοιχίας του κεντρικού κλίτους και στη δυτική του όψη εικονίζεται ο αρχιεπίσκοπος Γρηγόριος Παλαμάς με τον Ιωάννη τον Στ’ Κατακουζηνό που είχε γίνει μοναχός με το όνομα Ιωάσαφ.

Στο δεύτερο πεσσό από δυτικά της ίδιας κιονοστοιχίας στη νότια όψη του ναού, υπάρχει η παράσταση του Οσίου Λουκά του Στειριώτη (11ος αιώνας).

Στη νότια παραστάδα του τριβήλου διακρίνει κανείς την αλληγορική σκηνή του ανθρώπου που κυνηγιέται από ένα μονόκερο, ενώ στη βόρεια τα πασχάλια των ετών 1474-1493.

Τοιχογραφίες που μιμούνται ορθομαρμάρωση διατηρούνται στους τοίχους των πλαγίων κλιτών.
 

Κρύπτη
Ήταν το Ρωμαϊκό λουτρό όπου κατά την παράδοση μαρτύρησε ο Άγιος. Η είσοδος γίνεται από μία σκάλα στο ανατολικό τμήμα του νότιου κλίτους. Το ιερότερο τμήμα της κρύπτης είναι η ημικυκλική δεξαμενή αγιάσματος με τις μαρμάρινες κολώνες, κάτω ακριβώς από το Άγιο Βήμα. Από την κεντρική κόγχη έτρεχε μύρο που έπαιρναν σε φυαλίδια οι προσκυνητές ως τα χρόνια της Τουρκοκρατίας όταν μετατράπηκε σε τζαμί. Στην κρύπτη λειτουργεί μουσειακή έκθεση από γλυπτή διακόσμηση του ναού κατά τις διάφορες φάσεις της ιστορίας του. Εκτίθενται τμήματα του μαρμάρινου κιβωρίου που περιείχε τη λάρνακα του Αγίου, θωράκια του 6ου - 7ου αιώνα, σχέδια και παλιές φωτογραφίες του ναού.

Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2015

Ιερά Μονή Παναγίας Εικοσιφοίνισσας


Η Μονή Εικοσιφοινίσσης βρίσκεται σε υψόμετρο 753 μέτρων, στη βόρεια πλευρά του όρους Παγγαίου. Βρίσκεται στο δρόμο Σερρών-Καβάλας, στα όρια των δύο Νομών. Διοικητικά ανήκει στο Νομό Σερρών, αλλά εκκλησιαστικά υπάγεται στην Ιερά Μητρόπολη Δράμας.

Η ίδρυση της Ιεράς Μονής
Η ίδρυση της Μονής ανάγεται στα χρόνια του επισκόπου Φιλίππων Σώζοντος, ο οποίος έλαβε μέρος στη Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνας (451 μ.Χ.). Κατά την παράδοση, ο επίσκοπος Σώζων ίδρυσε, περί το 450 μ.Χ., ναό και μοναστικό οικισμό στη θέση Βίγλα, πλησίον της Μονής. Ο μοναστικός οικισμός αυτός εγκαταλείφθηκε με την πάροδο των ετών και η Μονή ιδρύθηκε ουσιαστικά από τον Άγιο Γερμανό, τον 8ο αιώνα.
 

Το όνομα της της Μονής
Για το όνομα της Μονής υπάρχουν τρεις εκδοχές:
  1. Ο κτήτωρ της Μονής, άγιος Γερμανός, βρισκόταν σε ένα μέρος, μια μικρή όαση έξω από την ι. Μονή του Τιμίου Προδρόμου στους Αγίους Τόπους, όπου είχε είκοσι (20) φοίνικες, εκεί έλαβε εντολή από τον άγγελο της Θεοτόκου για την ανέγερση της Μονής και σε ανάμνηση της τοποθεσίας την ονόμασε «Παναγία η Εικοσιφοίνισσα».
  2. Ο γνωστός στιχουργός του 18ου αιώνα Καισάριος Δαπόντες την ονομάζει «Κοσσσυφινίτσα», γιατί κατά την παράδοση, ένας κόσσυφος (κοτσύφι) οδήγησε τον άγιο Γερμανό στο σημείο όπου αναβλύζει το Αγίασμα μέχρι και σήμερα κάτω από το παρεκκλήσιο της Αγ. Βαρβάρας.
Ο ηγούμενος της Μονής Χρύσανθος το (1782) αναφέρει ότι ενώ ο άγιος Γερμανός, μετά την ανέγερση του μοναστηριού, αναζητούσε κατάλληλη σανίδα για να γίνει η εικόνα της Θεοτόκου. Εκείνη με θαυματουργικό τρόπο του πρόσφερε την μέχρι και σήμερα σωζόμενη εικόνα Της, που άστραφτε κι εξέπεμπε «φοινικούν», δηλαδή κοκκινωπό, φως. Απ’ αυτό επικράτησε ο όρος «Εικοσιφοίνισσα» (εικών φοίνισσα – Εικοσιφίνισσα).


Ο κτίτορας της Μονής
Κατά την παράδοση, ο Άγιος Γερμανός, αφού μόνασε στην Ιερά Μονή του Τιμίου Προδρόμου, στον Ιορδάνη ποταμό, εγκατέλειψε την Παλαιστίνη και με όραμα ήρθε στη θέση Βίγλα του Παγγαίου περί το 718. Εκεί ανακάλυψε τα ερείπια των παλαιών κτισμάτων που είχε χτίσει ο Σώζων. Ξεκίνησε να ανεγείρει νέα Μονή, αλλά τα χρήματα που είχε συγκεντρώσει για την ανέγερση της Μονής δεν επαρκούσαν για να εξοφλήσει τους τεχνίτες, με αποτέλεσμα αυτοί να τον οδηγήσουν αιμόφυρτο στη Δράμα για να δικαστεί. Στο δρόμο συνάντησαν τον πληγωμένο Άγιο οι Κωνσταντινουπολίτες αξιωματούχοι Νικόλαος και Νεόφυτος, οι οποίοι μετέβαιναν στη Σερβία ως απεσταλμένοι του Αυτοκράτορα Βασιλείου Α΄ του Μακεδόνα. Αυτοί εξόφλησαν τους τεχνίτες και ελευθέρωσαν τον Άγιο, ενώ αργότερα πούλησαν και οι ίδιοι την περιουσία τους και μόνασαν στη Μονή, κοντά στον Άγιο Γερμανό.

Η νεότερη ιστορία της Μονής
Για αρκετούς αιώνες η ιστορία της Μονής Εικοσιφοινίσσης είναι άγνωστη. Αρχαιολογικές ενδείξεις οδηγούν στο συμπέρασμα ότι κατά τον 11ο αιώνα κτίστηκε ξανά το Καθολικό της Μονής. Η Μονή έγινε Σταυροπηγιακή με σιγίλια των Πατριαρχών Συμεών Τραπεζούντιου και Μαξίμου Γ΄, εξαρτήθηκε δηλαδή απευθείας από τον Οικουμενικό Πατριάρχη.

Η Μονή έζησε νέα εποχή ακμής όταν το 1472 σε αυτή εγκαταβίωσε ο παραιτηθείς Οικουμενικός Πατριάρχης Διονύσιος Α΄, ο οποίος με τη δράση και την περιουσία του της έδωσε πνοή ζωής. Για το λόγο αυτό ονομάστηκε δεύτερος κτίτορας της Μονής και η Εκκλησία τον ανακήρυξε Άγιο. Πατριαρχικά σιγίλια υπέρ της Μονής εξέδωσαν οι Οικουμενικοί Πατριάρχες: Ιερεμίας Α΄ (1544), Μητροφάνης Γ΄ (1567) και Ιερεμίας Β΄ ο Τρανός (1573). Το 1610 επισκέφθηκε τη Μονή ο Μητροπολίτης Μυρέων Ματθαίος, ο οποίος συνέγραψε τον Παρακλητικό Κανόνα της Παναγίας Αχειροποιήτου. Το 1798, μετά την πρώτη του Πατριαρχία, έμεινε ως εξόριστος στη Μονή ο μετέπειτα Εθνομάρτυρας και άγιος Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄.

Κατά την Τουρκοκρατία, η συμβολή της Μονής στη διατήρηση της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού υπήρξε ανεκτίμητη, ενώ κατά την ιστορική της διαδρομή καταστράφηκε πολλές φορές από Τούρκους και Βούλγαρους επιδρομείς. Στις 25 Αυγούστου 1507, οι Τούρκοι έσφαξαν 172 μοναχούς[5] της Μονής, διότι είχαν ενοχληθεί από τη δράση τους υπέρ της διατήρησης της ελληνικότητας του πληθυσμού της περιοχής. Τρία χρόνια μετά, 10 μοναχοί από την Ιερά Μονή Βατοπαιδίου Αγίου Όρους, ήλθαν στη Μονή για να την ανασυστήσουν.

Κατά την εποχή της Επανάστασης του 1821, η Μονή είχε καταστεί πνευματικό και εθνικό κέντρο της Ανατολικής Μακεδονίας και οι ηγούμενοί της είχαν στενή συνεργασία με τους ηγέτες της επαναστάσεως (Νίκος Τσάρας, Εμμανουήλ Παπάς) στη Βόρεια Ελλάδα. Η Μονή έπαθε σοβαρές ζημιές από σεισμό του 1829, αποτεφρώθηκε το 1854 και το 1864 επιδημία πανώλης αποδεκάτισε την αδελφότητά της. Μέχρι το 1843 λειτουργούσε εκεί σχολή, ονομαζόμενη Των Κοινών Γραμμάτων ή Ελληνική Σχολή, ενώ στις αρχές του 20ου αιώνα και λίγες δεκαετίες λειτούργησε και Γεωργική Σχολή με 3 γεωπόνους.

Ο Άγιος Προκόπιος μετέπειτα Μητροπολίτης Ικονίου, μετέβη στη Μονή το 1898 (τότε επίσκοπος Αμφιπόλεως) ως έξαρχος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, με σκοπό την αποκατάσταση της ενότητας και της ειρήνης μεταξύ της μοναστικής αδελφότητας. Ο ίδιος αργότερα εξελέγη μητροπολίτης Ικονίου και μαρτύρησε το 1923 στη Μικρά Ασία.

Ο Άγιος Χρυσόστομος Μητροπολίτης Δράμας, μετέπειτα Σμύρνης όπου και μαρτύρησε, μερίμνησε ιδιαίτερα για την ηθική και υλική ενίσχυση της Ιεράς Μονής κατά την αρχιερατεία του στην Ιερά Μητρόπολη Δράμας που διήρκησε από το 1902 έως το 1910.







Στο σκευοφυλάκειο της Μονής ήταν αποθησαυρισμένα πολλά και σημαντικά κειμήλια, ενώ ιδιαίτερα αξιόλογη ήταν η βιβλιοθήκη της, η οποία πριν την καταστροφή από τους Βούλγαρους το 1917 αριθμούσε 1300 τόμους βιβλίων, από τα οποία τα 400 ήταν χειρόγραφες μεμβράνες. Τη Μεγάλη Δευτέρα 27 Μαρτίου 1917, ο Βούλγαρος κομιτατζής Πανίτσας, άρπαξε τα περισσότερα κειμήλια και τα μετέφερε στη Βουλγαρία, όπου φυλάσσονται μέχρι σήμερα στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο Σόφιας. Τον Ιούνιο του ιδίου έτους Βούλγαροι στρατιώτες ανάγκασαν τους μοναχούς να εγκαταλείψουν το Μοναστήρι. Το 1923 ο Διευθυντής του Βυζαντινού Μουσείου Αθηνών, καθηγητής Βυζαντινής Αρχαιολογίας Γεώργιος Σωτηρίου μετέβη στη Σόφια, για να ζητήσει την επιστροφή των κλαπέντων αντικειμένων (907 ιερά λατρευτικά αντικείμενα, 430 χειρόγραφους κώδικες, 467 αρχέτυπα, κ.ά.), αλλά επεστράφησαν μόνον 7. Στις 12 Ιουλίου 1943, οι Βούλγαροι σύμμαχοι των γερμανικών αρχών Κατοχής έβαλαν φωτιά και έκαψαν όλη τη Μονή. Ο τελευταίος ηγούμενος της Ιεράς ανδρώας Μονής Παναγίας Εικοσιφοινίσσης ήταν ο ιερομόναχος Γρηγόριος Κατσιβάκης, το 1956. Μετά το τέλος του Πολέμου προσπάθησε να κτίσει το Ηγουμενείο και ένα μικρό ξενώνα, ενώ το κύριο βάρος της εκ νέου ανοικοδόμησης και εγκαταβίωσης της Μονής ανέλαβε ο μακαριστός Μητροπολίτης Δράμας Διονύσιος (Κυρατσός), ο οποίος από το 1965 μέχρι και το θάνατό του μεριμνούσε προσωπικά για το ιστορικό αυτό μοναστικό καθίδρυμα.


Το κτηριακό συγκρότημα της Μονής
Ολόκληρη η Μονή περιβάλλεται από ψηλό τείχος και στο κέντρο της βρίσκεται ο ναός των Εισοδίων της Θεοτόκου. Στο πρώτο και κύριο μέρος της Μονής βρίσκεται το καθολικό, το οποίο είναι το παλαιότερο κτίσμα της, το Ηγουμενείο, τα κελλιά των μοναζουσών, το αρχονταρίκι, το παρεκλήσσιο της Αγίας Βαρβάρας με το αγίασμα, το μουσείο, η τράπεζα και τα εργαστήρια κεντητικής και αγιογραφίας. Στο δεύτερο μέρος των κτηριακών εγκαταστάσεων της Μονής περιλαμβάνονται τα τρία κτήρια των ξενώνων, το πρεσβυτέριο για το λειτουργό Ιερέα της Μονής και το παρεκλήσσιο της Ζωοδόχου Πηγής.

Το καθολικό της Μονής
Το Καθολικό τιμάται στα Εισόδεια της Θεοτόκου. Ο ρυθμός του είναι σταυροειδής τρουλαίος σύνθετος τετρακίονος. Αποτελείται από τον εξωνάρθηκα, τον εσωνάρθηκα και τον κυρίως ναό. Οι τρούλοι του καθολικού στηρίζονται σε 4 μαρμάρινους κίονες. Η περίτεχνη λιθόγλυπτη κυρίως είσοδος του καθολικού κατασκευάσθηκε το 1838. Ο εξωνάρθηκας είναι ολόκληρος αγιογραφημένος και απεικονίζει ολόσωμους τους κτίτορες. Το τέμπλο του Καθολικού είναι βαρύτιμο ξυλόγλυπτο, κατασκευάσθηκε από Χιώτες τεχνίτες και χρειάστηκαν 22 χρόνια (1781 – 1803) για να ολοκληρωθεί. Ξυλόγλυπτο επίσης είναι το προσκυνητάρι της Παναγίας και ο δεσποτικός Θρόνος. Στο δεξιό μέρος του Καθολικού υπάρχει προθήκη, μέσα στην οποία υπάρχουν αργυρές λειψανοθήκες, στις οποίες φυλάσσονται δεκάδες ιερά λείψανα.

Η Μονή σήμερα
Σήμερα η Μονή είναι γυναικεία και αριθμεί 25 Μοναχές. Πανηγυρίζει τη μνήμη του πρώτου κτίτορά της Αγίου Γερμανού και των δύο Κωνσταντινουπολιτών αξιωματούχων Νικολάου και Νεοφύτου, στις 22 Νοεμβρίου και την επομένη ημέρα τη μνήμη του δεύτερου κτίτορά της, Αγίου Διονυσίου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως. Γιορτάζει επίσης στις 15 Αυγούστου, στη μνήμη της Παναγίας, στις 14 Σεπτεμβρίου, στη μνήμη της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού και στις 21 Νοεμβρίου, στη μνήμη των Εισοδίων της Θεοτόκου. Πλήθος είναι οι πιστοί που έρχονται να προσκυνήσουν την «αχειροποίητο εικόνα της Θεοτόκου» και να ηρεμήσουν μέσα στο γαλήνιο περιβάλλον της. Μπροστά από τη Μονή υπάρχει το μνημείο των 172 Μοναχών που έσφαξαν οι Τούρκοι το 1507.